μεροληπτώ — 1. υποστηρίζω ορισμένο πρόσωπο, επειδή τό συμπαθώ, ή ορισμένη άποψη, επειδή μέ συμφέρει, παίρνω το μέρος κάποιου, δεν είμαι αντικειμενικός στην κρίση μου («δεν βγήκε δίκαιη απόφαση, επειδή τα μέλη τής επιτροπής μερολήπτησαν») 2. (ειδικά για… … Dictionary of Greek
αμερόληπτος — Τίτλος τριών ελληνικών εφημερίδων, που εκδόθηκαν στην Αθήνα και στον Πειραιά, μεταξύ 1882 και 1888. * * * η, ο αυτός που δεν μεροληπτεί, που δεν παίρνει το μέρος κανενός, δίκαιος, ευθύς. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + μεροληπτώ. ΠΑΡ. νεοελλ. αμεροληπτώ … Dictionary of Greek
ετερομερώ — ἑτερομερῶ, έω (Μ) [ετερομερής] μεροληπτώ … Dictionary of Greek
καταχαρίζομαι — (Α καταχαρίζομαι) νεοελλ. χαρίζομαι υπερβολικά σε κάποιον, δείχνω εύνοια, τηρώ μεροληπτική στάση, μεροληπτώ αρχ. 1. δωροδοκώ 2. παραχωρώ κάτι προς χάρη, για ευχαρίστηση κάποιου 3. εκφέρω μεροληπτική κρίση, εκδίδω μεροληπτική απόφαση … Dictionary of Greek
μεροληπτικός — ή, ό 1. αυτός που μεροληπτεί 2. αυτός που γίνεται με μεροληψία («μεροληπτική κρίση»). επίρρ... μεροληπτικώς και ά με μεροληψία. [ΕΤΥΜΟΛ. < μεροληπτώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1855 στον Κ. Λάτρη] … Dictionary of Greek
προσωποληπτώ — προσωποληπτῶ, έω, ΝΜΑ [προσωπολήπτης] έχω χαριστική διάθεση απέναντι σε ένα άτομο, μεροληπτώ («εἰ δὲ προσωποληπτεῑτε, ἁμαρτίαν ἐργάζεσθε», ΚΔ) … Dictionary of Greek
φατριάζω — φατρίασα, αμτβ., εργάζομαι για τα συμφέροντα της φατρίας (βλ. λ.) όπου ανήκω, κομματίζομαι, μεροληπτώ απροκάλυπτα: Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν πρέπει να φατριάζουν … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)